Τελευταίο μου βράδυ στην Αθήνα...
Ταξίδεψα σε τόσα μέρη,
έζησα τόσα πολλά,
έγινα ένας τόσο διαφορετικός άνθρωπος,
εξελίχθηκα τολμώ να πω,
εξελίχθηκα πολύ,
και έφτασα τόσο μακριά,
μα είσαι τόσο βαθιά μέσα μου,
τόσο βαθιά,
τόσο πολύ βαθιά...
Δεν μπορώ να κοιμηθώ,
οι γνωστές ταχυπαλμίες.
Δεν μπορώ ν' ανασάνω...
Είσαι τόσο βαθιά μέσα μου,
που βρέθηκα τόσο μακριά,
κι όμως ήσουν πάντα εκεί.
Πάντα.
Το Παρίσι είναι η πόλη μας,
να το ξέρεις,
κι ας μην βρεθήκαμε ποτέ εκεί, μαζί.
Ένιωθα την σκιά σου,
την αύρα σου,
τα μάτια σου.
Θέλω να μ' αφήσεις,
αφού δεν μ' αγαπάς.
Ταξίδεψα ολόκληρη την Ευρώπη σχεδόν,
κι εσύ με στοίχειωνες βήμα προς βήμα.
Σε αγνόησα σε κάμποσες χώρες,
μέχρι το Παρίσι.
Εκεί μου φανερώθηκες, σχεδόν με σάρκα και οστά...
Με ξυπνούσες μες στην νύχτα για να σε δω να με κοιτάζεις γεμάτη λαχτάρα,
ξαπλωμένη δίπλα μου.
Περπατούσες δίπλα μου, πίσω μου,
προσπαθούσες να μου τραβήξεις παιχνιδιάρικα την προσοχή,
τι θράσος, μετά απ' όλα όσα έκανες,
από το πόσο με πλήγωσες.
Και δεν σταμάτησες εκεί...
Με αγκάλιασες,
κάμποσες φορές,
σε γραφικές γέφυρες του Σικουάνα με τα χιλιάδες ανόητα λουκέτα της "αιώνιας αγάπης"
-βάζω στοίχημα ως και τη ζωή μου ότι ούτε ένα απ' αυτά δεν συμβόλιζε μια αγάπη δυνατότερη από τη δική μου για σένα-,
περπατώντας στις απέραντες λεωφόρους, σφίγγοντάς μου παράλληλα το χέρι,
κάτω από τον Πύργο του Άιφφελ, τόσο εγκάρδια...
Στις επόμενες χώρες,
στις τόσες δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα,
στα τόσα αξιοθέατα και τοπία που μου έκλεβαν την προσοχή απο σένα,
παρέμεινες επίμονη, ήσουν πάντα εκεί...
Να με στοιχειώνεις αδιάκοπα, ή τουλάχιστον να προσπαθείς.
Γιατί τόση επιμονή...
Δεν θέλω Τίποτα.
Θέλω να βγάλεις από εκείνο το κουτί με τις ζωγραφιές μου και τα ραβασάκια μου την καρδιά μου,και να μου την δώσεις πίσω.
Θέλω να ξεριζώσω την καρδιά μου, να την βγάλω με ένα μαχαίρι και ίσως τότε να πάψεις να είσαι παντού.
Θέλω να σε σβήσω από το μυαλό μου, γιατί κακά τα ψέματα, δεν αξίζει τόσος έρωτας, τόσο πάθος, τόση αγάπη, για ένα πουκάμισο αδειανό...
Θέλω να σε σβήσω από το μυαλό μου, ώστε να στείλουν υπό την άγνοιά μου σ' όλους τους φίλους και γνωστούς μου μια καρτούλα που να λέει "Ο Γιάννης Κάπα διέγραψε από την μνήμη του την ... , παρακαλούμε μην του αναφέρετε ποτέ ξανά το όνομά της και τη σχέση τους".
Γιατί δεν είναι πως κουράστηκα να σ' αγαπώ,
ούτε να 'μαι ερωτευμένος μαζί σου ακριβώς όπως την πρώτη φορά που σε φίλησα
απλώς η καρδούλα μου πάει πια, ράγισε στα χέρια σου
και το μυαλό μου λύγισε, τσακίστηκε από την έλλειψή σου και την απουσία σου...
Κουράστηκα από την απάθειά σου, με την καρδιά μου στα χέρια σου,
αν μ' αγαπούσες, θα επιθυμούσα να το μάθω, να το νιώσω, να το βιώσω, πριν να πεθάνω, πριν να μαραθώ...
Είμαι πιο μακριά από ποτέ,
είμαι πιο ολόκληρος από ποτέ,
μα είμαι και πιο άδειος και πληγωμένος από ποτέ.
Το "Νιώθω", είναι το πιο δυνατό ρήμα του κόσμου, στο 'χα πεί κάποτε.
Το "ΣΕ ΝΙΩΘΩ", η πιο δυνατή, απόλυτη φράση του κόσμου.
Ίσως, λοιπόν, και να με θυμάσαι για κάποια ελάχιστα λεπτά,
μια φορά την εβδομάδα,
μα πως να ζήσω έτσι,
πως ν' ανασάνω,
είναι κατάντια, είναι ψέμα, είναι ο θάνατός μου.
Αν με ένιωθες λιγάκι,
"αν με πίστευες λιγάκι,
θα 'ταν όλα αληθινά..."
Τόσο αληθινά...
κι εγώ δεν θα σπαταλούσα τόσες εκατοντάδες βράδια,
και τόσες χιλιάδες λέξεις κι "ανοησίες", για όλο τον κόσμο που κανείς του δεν μπορεί να με νιώσει...
Δεν θα χρειαζόταν, δεν θα χρειαζόταν τίποτα.
Γιατί θα ήξερες...
...Θα ήξερες...
Τα Πάντα θα φωτίζονταν, θα φανερώνονταν μέσα σου σε μια στιγμή, όλες οι αλήθειες...
Μόνο να με Ένιωθες...
Με το πλήρες, απόλυτο νόημα αυτής της λέξης...
Όχι με το "Σε νιώθω" που έχουν πει και λένε οι πολλές,
όχι με το "σε νιώθω ρε Γιάννη" που ίσως να έλεγες κι εσύ αν το διάβαζες αυτό,
αλλά με το " ΣΕ ΝΙΩΘΩ ",
το πιο ολοκληρωτικό νόημα της ζωής,
για το οποίο, άνθρωποι σκοτώθηκαν,
ξεπέρασαν απροσπέλαστα εμπόδια, ξεπέρασαν τους εαυτούς τους,
ρίσκαραν, θυσιάστηκαν...
...ενώ εμείς, δεν είμαστε καν μαζί,
δεν μπορώ ούτε το χέρι να σου κρατώ...
Μόνο να μπορούσες να με Νιώσεις
