"Ένιωσα πολύ όμορφα. Και οι δύο έχουμε αλλάξει. Δεν θέλω να σε ξανακούσω να λες ότι μισείς τον εαυτό σου. Να ξέρεις ότι αξίζεις πολλά, ότι έχεις πολλά καλά στοιχεία μέσα σου και ότι κάθε σοβαρος άνθρωπος θα τα δει. Θέλω να είσαι ήρεμος και χαίρομαι που το πέτυχα έστω και για λίγο εχθές. Σε κοίταξα στα μάτια και σου είπα την αλήθεια μου, η μισή μου καρδιά ειναι εκεί, μαζί σου. Ίσως αυτό να σε ηρεμεί, σου αξίζει να είσαι ήρεμος και ευτυχισμένος. Να μην αφήνεις κανέναν και καμία να σου παίρνει αυτό το δικαίωμα. Να έχεις ένα καλό ταξίδι και να προσέχεις, πραγματικά, είμαι μαζί σου.", έγραφε το μήνυμα.
Το κοιτούσα ξανά και ξανά, μ' ένα μειδίαμα στα χείλη, μέχρι που τελείωσε η μπαταρία. Ήταν η πρώτη φορά που είχα λόγο να θλίβομαι που άφηνα την Αθήνα. Όλα αυτά τα χρόνια, την κρατούσα σε απόσταση, την αγνοούσα, κι εκείνη... ίσως και να με αγαπούσε...
Ίσως και να μην ήμουν μόνος, ίσως και να υπέφερα για το λάθος άτομο, πλανημένος, παραστρατημένος.
"Είσαι ένα από τα πιο υπέροχα άτομα που μπορεί να γνωρίσει κάποιος. 'Ετσι όπως
είσαι, με τα κάτω σου, και τις σκέψεις σου, και τις αντιλήψεις σου, και όλα αυτά τα πανέμορφα πράγματα που θα τραβήξουν έναν σοβαρό άνθρωπο
κοντά σου. Μπορείς να ολοκληρώσεις έναν άνθρωπο, μόνο μιλώντας του, ή
χαμογελώντας του, και ας το κάνεις σπάνια... Σε κάνει μοναδικό και
αξιοπρόσεκτο... Μην υποτιμάς τον εαυτό σου... Υπάρχει τουλάχιστον ένας άνθρωπος εκτός από τους γονείς σου , που σε βλέπει ακόμα πιο όμορφο από
αυτό που είσαι. Και αγαπάει τις αδυναμίες σου, και τις ιδέες σου, και την
ικανότητά σου να συζητάς, και την προσωπικότητα που έχεις, και που
λατρεύει να σε ακούει και να σε κοιτάει γιατί εκτός από όλα αυτά είσαι
και πολύ όμορφος και πολύ γλυκός, και είσαι το πιο ξεχωριστό άτομο που
υπάρχει στη ζωή του...", βρήκα στο κινητό μου λίγο καιρό αργότερα.
Μα εγώ παρέμεινα το ίδιο εγωιστής, το ίδιο αποστασιοποιημένος.
Ώσπου εκείνο το απόγευμα στο σπίτι της, το φράγμα που περιέβαλλε την καρδιά μου έπαψε -για πρώτη φορά εδώ και χρόνια- να είναι απροσπέλαστο, πίδακες ηδονής διαπέρασαν και ξεπήδησαν από τις ρωγμές του, και καθώς τα γυμνά κορμιά μας εφάπτονταν, στο λάγνο, μα και συνάμα αθώο και εγκάρδιο βλέμμα της, μια έκρηξη συντάραξε όλο μου το "είναι".
Δεν έμελλε να είναι αυτή η "πρώτη μας φορά", κι ίσως ποτέ να μην υπάρξει...
Μα ξέρω πως για πρώτη φορά, μετά απο δύο χρόνια, και μετά από τόσες άδειες συνευρέσεις
και τόσα ζωώδη ξεκαβλώματα με τύπισσες που δεν πήγαν με εμένα, αλλά με το σώμα μου,
κατάφερα έστω και για λίγο, να ΞΑΝΑΝΙΩΣΩ.
Και αυτό το συναίσθημα συγκρίνεται με του παράλυτου που ξαφνικά αισθάνεται ξανά τα πόδια του, ενός τυφλού που μπορεί ξανά να αντικρύσει τον κόσμο.
-Δεν είμαι, ξέρεις, κανένας μικροαστός, ή κάποια ψευτοεναλλακτική, ανώριμη χαζογκόμενα, ώστε να συμβιβάζομαι με τον κάθε "οποιονδήποτε", μόνο και μόνο για να μην μείνω μόνος, ή για να έχω κάτι να δείχνω στο facebook και στις φωτογραφίες μου, και να κάνω μόστρα στους επίσης γελοίους κι ανούσιους -αληθινούς και διαδικτυακούς- "φίλους" και "φίλες" μου. Όποιος Αγαπάει, με άλφα κεφαλαίο, είναι παράλυτος και άφραγκος, δεν έχει μήτε ψήγματα καρδιάς, μήτε ψυχής να δώσει σ' άλλους, είναι μόνος, κι όλοι οι υπόλοιποι απλά δεν υπάρχουν, Δεν Νιώθει την παρουσία των άλλων, ΔΕΝ ΝΙΩΘΕΙ για άλλους, είναι εξ' ορισμού αδύνατον, διότι είναι ανύπαρκτοι (με άλφα κεφαλαίο) μπροστά στο ένα και μοναδικό άτομο. Αν πάλι νιώσει κάτι, Δεν αγάπησε, Δεν αγαπάει, γιατί η αληθινή αγάπη είναι αρρώστια, είναι το πιο δυνατό ξόρκι, κι απαξ και πιάσει, θα σε κυριεύει εφ' όρου ζωής, θα σε στοιχειώνει, και κανείς άλλος δεν θα μπορεί να σε κάνει να νιώσεις ΤΙΠΟΤΑ, πέρα απ' αυτό το ένα και μοναδικό άτομο που σε μάγεψε-.
...Να ξανανιώσω λοιπόν...γιατί φοβόμουν πως θα μείνω για πάντα παγωμένος, ασυγκίνητος.
Βέβαια δεν κράτησε για πολύ, κι όλα χάθηκαν, βλέπεις η νανοτεχνολογία της μιζέριας μου επιδιόρθωσε πολύ σύντομα το τείχος της καρδιάς μου, αυτή κλειδαμπαρώθηκε, κι εγώ επέστρεψα στην σκοτεινή μου πραγματικότητα, στην καθημερινότητα.
Όμως, θυμάμαι μικρός, που έβλεπα ανθρώπους παράλυτους, ή τυφλούς, ή τους παραολυμπιονίκες το 2004, και κάθε φορά, προσευχόμουν στον θεό να τους δώσει για μια μέρα το σώμα μου, κι εγώ να ζούσα στο δικό τους, μόνο και μόνο για να νιώσουν και να ζήσουν όπως θα έπρεπε, όπως θα τους άξιζε.
Ίσως έτσι να συνέβη και στην περίπτωσή αυτή, κάποιος μπόμπιρας να μου χάρισε την παιδική ευτυχία γι΄ αυτή τη μία ώρα, κι ύστερα...
Και να 'μαι πάλι τώρα σακάτης!
Αλλά δεν απελπίζομαι αγαπητό μου Cosmopolitan,
φεύγω μακριά,
και τίποτα δεν θα 'ναι πια το ίδιο.
Υ.Γ.: Είδα ένα όνειρο τις προάλλες, ήμουν λέει στην άκρη ενός γκρεμού σε ένα post-apocalyptic σκηνικό, και κάτι με κυνηγούσε, κι είχα στην πλάτη μου κάτι περίεργα φτερά, δεν ήταν ακριβώς αγγέλου, αλλά ούτε και διαβόλου, κάτι το ενδιάμεσο. Ήξερα πως έπρεπε να πετάξω μα γνώριζα πως κατά πάσα πιθανότητα δεν θα τα κατάφερνα να πετάξω. Πίσω μου εμφανίστηκε μια σκοτεινή σιλουέτα, που πλησίαζε προς το μέρος μου, με κυρίευσε ταχυπαλμία -και στο όνειρο, και στην πραγματικότητα-, γύρισα να κοιτάξω, και πριν την αναγνωρίσω, κοίταξα ξανά το κενό και βούτηξα. Φυσικά και δεν κατάφερα να πετάξω, τα φτερά μου ξέφτιζαν και σκίζονταν, και έπεφτα, έπεφτα, έπεφτα αβοήθητος σε μια άγονη κοιλάδα. Μισό μέτρο πριν την συντριβή μου στο έδαφος, ή αφού προσέκρουσα σ' αυτό, δεν θυμάμαι, όλα μαύρισαν, και εμφανίστηκα σε μια σχολική τάξη.
Μόλις είχε χτυπήσει το κουδούνι του σχολάσματος, και μάζευα την τσάντα μου, για κάποιο λόγο φορούσα μαύρο πουκάμισο, ενώ τα μαλλιά μου και τα γένια μου ήταν αρκετά γκριζαρισμένα, καλά όχι αρκετά, αλλά σίγουρα περισσότερο από την παρούσα εικόνα των διάσπαρτων γκρίζων και άσπρων τριχών μου. Τότε κάποια με πλησίασε και ενώ ήμουν απασχολημένος, με πάτησε ελαφριά στο αριστερό μου πόδι. Με την άκρη του ματιού μου εντόπισα κάποια, που δεν κατάλαβα, ή δεν θυμάμαι ποια ήταν, ωστόσο ο ονειρικός εαυτός μου aka το υποσυνείδητό μου την αναγνώρισε συναισθηματικά, κι ένιωσε έναν βαθύτατο πόνο, και μια θλίψη που έφτασε και ξέσπασε μέσα στα όρια του συνειδητού. Ένα δάκρυ κύλησε, κι εγώ γύρισα από την άλλη, προσπαθώντας να συγκρατηθώ, να μην κλάψω, να μην την χαστουκίσω, να μην την δω καν. Αυτά μου προκαλούσε. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Τη θλίψη και τα απόλυτα, ολοκληρωτικά συναισθήματα που έχω νιώσει εγώ στα όνειρά μου, στην ίδια ένταση δεν τα 'χουν νιώσει άλλοι ούτε σ' ολόκληρη την ζωή τους. Τότε εκείνη ήρθε από την άλλη μεριά, μου πάτησε ελαφριά το άλλο πόδι, έχοντας ένα φαινομενικά ντροπαλό ύφος που έδινε την αίσθηση χαδιού, και της ζήτησης της αποδοχής. Μου έγλειψε το δάκρυ που κυλούσε το μάγουλό μου και συνέχισε να με κοιτάζει. Μα εγώ ούτε στιγμή δεν την κοίταξα, το υποσυνείδητό μου με προειδοποιούσε πως ήταν η Μέδουσα, έπαιζε παιχνίδια που για κείνη ήταν όντως παιχνίδια, όμως για μένα ήταν ορμητικές δίνες που δεν θα μπορούσα να ελέγξω πριν με διαλύσουν, ένιωθα ήδη να με κατακλύζουν, να με πνίγουν. Γύρισα ξανά από την άλλη μεριά, έτρεμα, έπνιξα δύο-τρία δάκρυα και με χτύπησε ένας τόσο δυνατός πόνος που διπλώθηκα στα δύο.
Ξύπνησα, διπλωμένος στα δύο, ακούγοντας καθαρά τους άρρωστα γρήγορους παλμούς της καρδιάς μου, και εντοπίζοντας τον "ονειρικό" πόνο στο σειόμενο στήθος μου. Ένα δάκρυ διέσχιζε το δεξί μου μάγουλο.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου